Skip to content
BOOK NOW

Οι Μυκήνες (αρχαία ελληνικά: Μυκῆναι‎‎) είναι αρχαία πόλη της Αργολίδας κοντά στο βουνό Τρητός κι απέναντι απ' τον Αργολικό κόλπο. Ο αρχαιολογικός χώρος των Μυκηνών βρίσκεται περίπου 90 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Αθήνας, στη βορειοανατολική Πελοπόννησο.

Κατά τη 2η χιλιετία π.Χ., οι Μυκήνες ήταν ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα του ελληνικού πολιτισμού, αποτελώντας ένα ισχυρό στρατιωτικό φρούριο που δέσποζε στο μεγαλύτερο μέρος της νότιας Ελλάδας. Η περίοδος της ελληνικής ιστορίας μεταξύ 1600 π.Χ. έως περίπου το 1100 π.Χ. ονομάζεται «μυκηναϊκή», αναφερόμενη στις Μυκήνες. Στο απόγειο της δόξας τους, το 1350 π.Χ., το κάστρο και η κάτω πόλη είχαν 30.000 κατοίκους και ήταν έκτασης 32 εκταρίων. Πρώτος ο Όμηρος αναφέρει την πόλη περιγράφοντάς την με τα λόγια «ευρυάγυιαν, πολύχρυσον».

Ονομασία

Σύμφωνα με τον Παυσανία, ο Περσέας έκτισε τις Μυκήνες στην Τίρυνθα και τους έδωσε αυτό το όνομα είτε διότι του έπεσε εκεί ο «μύκης» (θήκη) απ' το ξίφος του είτε ενώ διψούσε, βρήκε ένα μύκητα (δηλαδή ένα μανιτάρι) και τραβώντας τον είδε να υπάρχει η πηγή Περσεία, που υπάρχει και σήμερα.

Ακρόπολη των Μυκηνών

Η ακρόπολη των Μυκηνών περιβάλλεται με τείχος από μεγάλους ογκόλιθους τοποθετημένους είτε ψευδοϊσοδομικά σε συνεχείς σειρές είτε ακατέργαστους με κυκλώπειο σύστημα. Το πρώτο και παλαιότερο τείχος κτίστηκε το 1340 π.Χ. περίπου και περιέκλειε μόνο την κορυφή της ακρόπολης. Ο Ταφικός Κύκλος Α βρισκόταν έξω από την οχύρωση. Το 1250 π.Χ. κτίστηκε η Πύλη των Λεόντων και το δυτικό και νότιο τμήμα του τείχους που περιέλαβε τον ταφικό περίβολο, ενώ από το προηγούμενο τείχος διατηρήθηκε μόνο το βορινό τμήμα και το υπόλοιπο κατεδαφίστηκε. Κατά το 1200 π.Χ. περίπου κτίστηκε η βορειοανατολική επέκταση για να περιλάβει την υπόγεια κρήνη.

Η είσοδος της ακρόπολης βρίσκεται στα βορειοδυτικά και είναι η γνωστή Πύλη των Λεόντων, που το τριγωνικό κενό του ανωφλιού της φέρει το αρχαιότερο δείγμα μνημειακής γλυπτικής στην Ευρώπη: δύο λέοντες, που τα κεφάλια τους λείπουν, κατασκευασμένα πιθανώς από στεατίτη, στέκονται αντιμέτωπα στηρίζοντας τα μπροστινά τους πόδια πάνω σε δύο βωμούς και μεταξύ αυτών υψώνεται ένας κίονας με ιδιότυπο κιονόκρανο και άβακα στην κορυφή. Πάνω από τον άβακα σχηματίζονται τέσσερις δίσκοι που ερμηνεύονται ως δοκοί στέγης. Την πύλη έκλεινε δίφυλλη ξύλινη πόρτα με χάλκινη επένδυση. Δεξιότερα βρίσκεται η σιταποθήκη, που ήταν σε χρήση μέχρι την καταστροφή της ακρόπολης. Ανάμεσα στη σιταποθήκη και στον εσωτερικό τοίχο της Πύλης των Λεόντων υπήρχε κλιμακοστάσιο που οδηγούσε στην κορυφή του τείχους.

Ο Ταφικός Κύκλος Α αμέσως μετά την σιταποθήκη περιέχει 6 βασιλικούς τάφους, που τους περιβάλλει ένα κυκλικό θωράκιο από πλάκες. Στη βόρεια πλευρά του κύκλου υπάρχει είσοδος. Επάνω σε κάθε τάφο υπήρχε μία όρθια λίθινη στήλη, ενώ οι νεκροί θάβονταν με διάφορα αντικείμενα, τα κτερίσματα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι χρυσές προσωπίδες που δείχνουν αιγυπτιακή επίδραση, τα χρυσά αγγεία και κοσμήματα, τα χάλκινα ξίφη με τις χρυσές και ελεφάντινες λαβές και τα εγχειρίδια με την ένθετη χρυσή διακόσμηση.

Στα νότια του ταφικού περιβόλου υπάρχουν τα κατάλοιπα διαφόρων κτιρίων μυκηναϊκής εποχής, που είναι σήμερα γνωστά με διάφορα ονόματα: Οικία του Κρατήρα των Πολεμιστών, Οικία της επικλινούς αναβάσεως, Δυτική οικία, Οικία Τσούντα. Στα νότιά τους ανακαλύφθηκε από τον καθηγητή Γεώργιο Μυλωνά το θρησκευτικό κέντρο των Μυκηνών. Απέναντι από την εσωτερική πλευρά της Πύλης των Λεόντων βρίσκεται η μεγάλη επικλινής ανάβαση που τη συγκρατεί αναλημματικός τοίχος και που οδηγούσε στο χώρο του ανακτόρου. Το ανακτορικό συγκρότημα των Μυκηνών είναι κτισμένο στην κορυφή του υψώματος σε διάφορα επίπεδα. Στα βόρεια του ανακτόρου υπήρχε, όπως φανερώνεται από τα διατηρημένα θεμέλια, αρχαϊκός και ελληνιστικός ναός, ενώ στα ανατολικά, κτίρια, που το πρώτο στα δεξιά είναι το εργαστήριο των Καλλιτεχνών και των Τεχνιτών που εργάζονταν για τον άνακτα. Το οικοδόμημα που επικοινωνεί μαζί του και που ανήκε στο ανάκτορο είναι το Κτίριο των Κιόνων, που ονομάστηκε έτσι από τις κιονοστοιχίες που περιστοίχιζαν την κεντρική αυλή του. Δύο ακόμη κτίρια υπάρχουν, το Κτίριο Γ και το Κτίριο Δ, που δεν είναι νωστό σε τι χρησίμευαν, συνέχισαν όμως να χρησιμοποιούνται επισκευασμένα μέχρι την εκατάλειψη της ακρόπολης.

Το υπόλοιπο τμήμα του τείχους στα ανατολικά αποτελεί προσθήκη, που έγινε στο τέλος του 13ου αι. π.Χ. για να μπορέσει να εξασφαλίσει ελεύθερη επικοινωνία από το εσωτερικό με την υπόγεια δεξαμενή που κατασκευάστηκε σύγχρονα. Η δεξαμενή αυτή αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα τεχνικά έργα των μυκηναϊκών χρόνων και χρησίμευε για τη συγκέντρωση του νερού, που μεταφέρονταν από ψηλότερα σε απόσταση 500 μέτρων.

Εκτός από την Πύλη των Λεόντων, που αποτελούσε την κύρια είσοδο στην ακρόπολη, υπήρχε και μια δευτερεύουσα στη βόρεια πλευρά του τείχους, δυτικά από την υπόγεια δεξαμενή, η λεγόμενη Βόρεια Πύλη. Μετά την πύλη υπάρχουν τα ερείπια από την ελληνιστική πόλη.

Αρχαιολογία

Τούτο παρακίνησε τον Ερρίκο Σλήμαν να σκάψει την ακρόπολη των Μυκηνών, όπου βρήκε τους γνωστούς κάθετους λακκοειδείς τάφους, διάφορα αγγεία σπάνιας τέχνης, δείγματα Μυκηναϊκού πολιτισμού που αναπτύχθηκε με κέντρο τις Μυκήνες από τα 1600 π.Χ.- 1100 π.Χ. Το έργο του Σλήμαν συνέχισε από το 1888 ο Χρήστος Τσούντας, η συστηματική, σχεδόν επί εικοσαετία, σκαπάνη του οποίου έφερε στο φως το ανάκτορο στην κορυφή της ακρόπολης, καθώς και πλήθος θαλαμοειδών τάφων στην ευρύτερη περιοχή. Το έργο του Σλήμαν και του Χρήστου Τσούντα συνέχισε επάξια ο Άλαν Γουέις (A. Wace), διευθυντής της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής, που από τα 1919 έως τα 1955, συστηματοποίησε τα έως τότε δεδομένα, εμπλούτισε την έρευνα, τα ευρήματα και τη γνώση του χώρου και του πολιτιστικού του ιδιώματος. Άξιοι συνεχιστές της επιστημονικής παρακαταθήκης των προηγουμένων, οι Γουίλιαμ Τέιλορ (Lord William Taylour), η έρευνα του οποίου έφερε στο φως το Θρησκευτικό Κέντρο στην κάτω δυτική πλαγιά του τειχισμένου λόφου, του Ιωάννη Παπαδημητρίου ο οποίος έφερε στο φως τον Ταφικό Κύκλο Β, ο Γεώργιος Μυλωνάς που ως διευθυντής ανασκαφών της αρχαιολογικής εταιρείας για 30 περίπου χρόνια διεκπεραίωσε το πλέον σημαντικό ανασκαφικό έργο στην ακρόπολη των Μυκηνών, αποκαλύπτοντας εκτεταμένα οικιστικά συγκροτήματα, όπως οι βόρειες αποθήκες, η βορειοδυτική και νοτιοδυτική συνοικία, συμβάλλοντας στην κατανόηση της οργάνωσης και χρήσης του χώρου σ' ένα μοναδικό ανακτορικό συγκρότημα, όπως των Μυκηνών. Επιπλέον, η συμβολή του Σπ. Ιακωβίδη αλλά και της Φρενς (E. French) την τελευταία τριακονταετία κεφαλαιοποιεί την σχεδόν επί έναν αιώνα συναρπαστική και ατέρμονη ανάγνωση του μυκηναϊκού πολιτισμού.

Τέλος, σημαντική είναι η προσφορά διαχρονικά της Διεύθυνσης Αναστήλωσης, αφού στις αρχές της δεκαετίας του 1950 έφερε σε πέρας το δύσκολο έργο της αποκατάστασης της αρχιτεκτονικής μορφής του ανακτορικού συγκροτήματος και της αίθουσας του θρόνου (εστία), της θόλου του τελευταίου μνημειώδους θολωτού τάφου που χτίστηκε στις Μυκήνες, γνωστού ως της Κλυταιμνήστρας αλλά και των τειχών. Το 1962, ανακαλύφθηκε πλήθος ευρημάτων στην Ακρόπολη των Μυκηνών. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 η Αρχαιολογική Εταιρεία προχώρησε στην αναστήλωση και διάσωση του θολωτού τάφου, γνωστού ως Αιγίσθου αλλά και του σημαντικού κτιριακού συγκροτήματος στα δυτικά της τειχισμένης ακρόπολης, της συνοικίας του λαδέμπορα. Από το 2000 έως και σήμερα, το ΥΠ.ΠΟ και το ταμείο διαχείρισης πιστώσεων για την εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων (Τ.Δ.Π.Ε.Α.Ε.) συνεχίζει το έργο της συντήρησης, στερέωσης και ανάδειξης της ακρόπολης και των μνημείων του ευρύτερου περιβάλλοντος χώρου των Μυκηνών, με στοχευμένες επεμβάσεις που αποσκοπούν στη διάσωση του μοναδικού αυτού μνημείου της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Η δημιουργία ενός εκτεταμένου δικτύου προσβάσεων εντός κι εκτός της ακρόπολης των Μυκηνών, η ανάδειξη της αυλής και της εστίας του ανακτόρου, η διάσωση των μοναδικών αποθηκευτικών πίθων των βόρειων αποθηκών, η αποκατάσταση και ενίσχυση των τοιχοδομιών των επί ένα αιώνα εκτεθειμένων οικιστικών και ανακτορικών καταλοίπων,η ανάδειξη του ταφικού κύκλου Β και του θολωτού τάφου των Λεόντων καθώς κι η κατασκευή απαραίτητων υποδομών στον ευρύτερο αρχαιολογικό χώρο συμβάλλουν στην αρμονική, επιμορφωτική και διαλεκτική σχέση με τον ολοένα αυξανόμενο αριθμό επισκεπτών απ' όλο τον κόσμο.

Ιστορία

Νεολιθική και μέση εποχή χαλκού

Η ακρόπολη των Μυκηνών κατοικούταν από την πρώιμη νεολιθική έως και την πρώιμη και μέση ελλαδική περίοδο. Το1877-1878 ανακαλύφθηκαν από τον Σταματάκη στον Ταφικό Κύκλο Α, αποτελούμενος από έξι φρεατοειδείς τάφους, σε ρηχό βάθος πήλινα αντικείμενα, η χρονολογία των οποίων εκτείνεται κατά την ελλαδική περίοδο. Επιπλέον ελλαδικά και μεσοελλαδικά ευρήματα βρέθηκαν κάτω από τείχη και το δάπεδο του ανακτόρου, στην κορυφή της ακροπόλεως και έξω από την Πύλη των Λεόντων, στο αρχαίο νεκροταφείο[5]. Στην κορυφή του λόφου Καλκάνη, νοτιοδυτικά της ακρόπολης και κοντά σε ένα πηγάδι, ανακαλύφθηκε επίσης ένας πρώιμος και μεσοελλαδικός οικισμός. Οι πρώτες ταφές σε λάκκους ή λακκοειδείς τάφους στη δυτική παρειά του λόφου, που περικλείεται εν μέρει από το κυκλικό οχυρωματικό τείχος, παραπέμπουν στη μεσοελλαδική εποχή (περίπου 1800-1700 π.Χ.)

Ύστερη εποχή του χαλκού

Κατά τη διάρκεια της εποχής του χαλκού, το οικιστικό σχέδιο των Μυκηνών περιλάμβανε έναν οχυρωμένο λόφο που περιβάλλεται από μικρά χωριά και κτήματα, σε αντίθεση με την πυκνοκατοικημένη παραθαλάσσια περιοχή (Άργος). Οι ηγεμόνες του κράτους των Μυκηνών που δέσποζε σε μεγάλο μέρος του μεσογειακού κόσμου θα πρέπει να επέλεξαν αυτή τη λιγότερο κατοικημένη και πιο απομακρυσμένη τοποθεσία χάρη στην αμυντική της αξία.

Απ' τον 12ο αιώνα π.Χ. άρχισε η παρακμή των Μυκηνών. Η καταστροφή του κράτους των Χετταίων που ήταν και οι μοναδικοί φορείς ήδη από τον 17ο αιώνα της τεχνικής επεξεργασίας του σιδήρου, η απώλεια των αιγυπτιακών αγορών άρχισαν να κλονίζουν τις Μυκήνες. Η καταστροφή αυτή συμπληρώθηκε απ' τους Ηρακλειδείς.

Από τότε έπεσαν σε αφάνεια μέχρι τους περσικούς πολέμους. Λίγοι μόνο πολεμιστές της πήραν μέρος στις μάχες Θερμοπυλών και Πλαταιών. Καταστράφηκαν ξανά το 468 π.Χ. από τους Αργείους που έγιναν κύριοι της περιοχής και τη μοίρασαν στους φτωχούς πολίτες του Άργους.

Οι παλιοί κάτοικοι των Μυκηνών σκορπίστηκαν σε όλη σχεδόν την Ελλάδα φτάνοντας μέχρι τη Μακεδονία.

Βέβαια υπήρχαν ακόμα στην παλιά πόλη μερικοί κάτοικοι μέχρι το 150 μ.Χ., οπότε πιθανώς ερημώθηκε τελείως.

Οι Μυκήνες στην Ελληνική μυθολογία και στους μύθους

Περσείδες

Η παράδοση αναφέρει ότι τις Μυκήνες ίδρυσε ο Περσέας, εγγονός του βασιλέα του Άργους Ακρισίου. Ο Ακρίσιος χώρισε τη χώρα του σε διάφορα βασίλεια και έδωσε το Ηραίο στον αδελφό του Προίτο, τη Μιδέα και την Τίρυνθα και ο Περσέας, που ήταν γιος του Δία και της Δανάης, έφυγε για τη χώρα της Λυκίας. Επιστρέφοντας από εκει, σκότωσε, χωρίς να θέλει, τον παππού του και έδωσε στον Μεγαπένθη το βασίλειό του, το Άργος, ενώ πήρε από εκείνον το βασίλειο της Τίρυνθας.

Χρυσό προσωπείο του Α΄ ταφικού περιβόλου, 16ος αιώνας, γνωστό ως Προσωπείο του Αγαμέμνονα, εύρημα της ανασκαφής από τον Σλήμαν το 1876.

Άλλοι λένε ότι η κόρη ή η γυναίκα του Ινάχου είχε το όνομα Μυκήνη. Από τον Περσέα ιδρύθηκε η δυναστεία των Περσειδών. Απόγονοι αυτού ήταν ο Ηλεκτρύονας, ο Σθένελος και ο Ευρυσθέας, ο τελευταίος γόνος της δυναστείας, που φονεύθηκε από τους Ηρακλείδες.

Πελοπίδες

Μετά τον θάνατο του Ευρυσθέα την εξουσία ανέλαβαν οι Πελοπίδες Ατρέας και Θυέστης οι οποίοι διέθεταν το νόμιμο κληρονομικό δικαίωμα καθώς ήταν οι πλησιέστεροι συγγενείς του από τη πλευρά της μητέρας του. Οι Πελοπίδες κυριάρχησαν σε όλη την Πελοπόννησο και τα γύρω νησιά, απέκτησαν δύναμη και κύρος, ώστε όλοι οι βασιλείς εκείνων των χρόνων θεώρησαν ως αρχηγό τους στην εκστρατεία κατά της Τροίας τον Αγαμέμνονα.

Ταφικός Περίβολος Α΄.

Σημερινή κατάσταση

Σήμερα στη θέση αυτή υπάρχει το μικρό χωριό Μυκήνες (Χαρβάτι επί τουρκοκρατίας) και τα ερείπια της Ακρόπολης. Από τα σωζόμενα σήμερα ερείπια σπουδαιότερα είναι οι δυο ταφικοί βασιλικοί περίβολοι Α και Β που αποτελούσαν τμήμα του εκτεταμένου προϊστορικού νεκροταφείου στα δυτικά του λόφου του ανακτόρου, από των οποίων την ανασκαφή (λακκοειδείς τάφοι) προέρχεται ο μεγαλύτερος όγκος των εκπληκτικών ευρημάτων (τα περισσότερα είναι χρυσά και χαρακτηρίζονται για τη θαυμάσια τέχνη τους), ο θησαυρός του Ατρέα (θολωτός τάφος), ο θολωτός τάφος της Κλυταιμνήστρας, η Πύλη των Λεόντων, το Βασιλικό ανάκτορο, ο ναός, η Βόρεια Πύλη καθώς και η Υπόγεια δεξαμενή κ.ά. Πάρα πολλά από τα ευρήματα που έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη στις Μυκήνες εκτίθενται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας καθώς και στο νέο, σύγχρονο, Μουσείο Μυκηνών στη βόρεια κλιτύ της ακρόπολης.